Ο Γκάντι τα είχε πει: “Ο θυμός είναι ο εχθρός της μη-βίας και η υπερηφάνεια είναι το τέρας που την καταβροχθίζει”. Το να κρίνουμε είναι ένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό (εκτός και αν έχετε δει και κάποιον χιμπατζή ή ελέφαντα να το κάνει) Για κάποιο λόγο, που ακόμα δεν έχω καταλάβει, παρόλο που στόχος μας είναι να ζούμε όσο το δυνατό περισσότερο ευτυχισμένοι και να περιτριγυριζόμαστε από αγάπη, μας αρέσει να κρίνουμε, να σχολιάζουμε και να θρέφουμε με αυτό το junk το “ΕΓΩ” μας.
Πολλές φορές στο όνομα κάποιων ιδεών ασκούμε μία προσβλητική κριτική, παραβλέποντας πως λειτουργώντας με αυτό τον τρόπο δεν μπορούμε να πάμε μπροστά, παρά να παραμείνουμε στάσιμοι (στην καλύτερη των περιπτώσεων, γιατί πάντα καιροφυλαχτεί και ο κίνδυνος της όπισθεν ). Αντί να εκφραστούμε με ευγένεια και να εξηγήσουμε προτιμάμε την εύκολη λύση που είναι “έρχομαι απέναντί σου και σου κουνάω το δάχτυλο”.  Το έχουμε δει να συμβαίνει μέσα στην οικογένειά μας, τις φιλικές και ερωτικές μας σχέσεις, τις επαγγελματικές, τις απλά κοινωνικές – και παρόλο που όταν γινόμαστε μάρτυρες τέτοιων περιστατικών μπορούμε να δούμε το λάθος, όταν βρισκόμαστε εμείς οι ίδιοι στο μάτι ενός τέτοιου κυκλώνα γινόμαστε έρμαιο των συναισθημάτων μας.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με το ότι το να είσαι judgy δεν δημιουργείς κανένα γόνιμο έδαφος. Για παράδειγμα, αν θέλεις να βοηθήσεις τα ζώα και ο προορισμός σου είναι η αρμονική συνύπαρξη, χρειάζεται να έχεις ανοιχτή καρδιά και μυαλό, και το να κριτικάρεις συνήθως φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα. Αυτοί που θέλεις και είναι ωφέλιμο να σε ακούσουν δεν θα το κάνουν. Άρα αποστολή…απέτυχε. Αν θέλεις έναν άνθρωπο να τον βοηθήσεις να γίνει καλύτερος στη δουλειά του και αντί να του απλώσεις το χέρι, τον προσβάλλεις, τότε μάντεψε…αποστολή πάλι απέτυχε.
Πώς όμως αποφεύγουμε να είμαστε κριτικοί. Να απαρνηθούμε ένα τόσο εύκολο συναίσθημα, που προκύπτει από τις σκέψεις μας, τα όσα νιώθουμε και τον τρόπο που έχουμε μεγαλώσει, και που σε όλα αυτά εμείς έχουμε μικρό έλεγχο – ωστόσο, λιγότερο μικρό από αυτόν που έχουμε στις πράξεις και τη συμπεριφορά μας;
Γράφοντας αυτό το κείμενο θυμήθηκα μερικά λόγια της γιαγιάς μου της Μαρίτσας, που με μεγάλωσε, και που πολλές φορές τα φέρνω στο νου μου.
“Βούτα τη γλώσσα στο μυαλό σου”. Σήμερα αυτό ένας ειδικός θα το εξέφραζε ως “να καλλιεργήσεις την αυτοεπίγνωση”. Δεν είναι κάτι απλό, χρειάζεται πρακτική, αλλά πραγματικά αξίζει τον κόπο. Δεν έχει να κάνει απλά με το να ξέρεις ποιος είσαι, αλλά με το να ξέρεις γιατί είσαι αυτός που είσαι.
“Μπες στα παπούτσια του άλλου”. Μία καλή κίνηση είναι πριν κρίνεις να δείξεις τη θέληση να μπεις στη θέση του άλλου. Να καταλάβεις αν υπάρχει κάποιος λόγος που λειτουργεί έτσι. Για παράδειγμα, μπορεί να περάσει κάποιος από δίπλα σου πολύ βιαστικά και να σε σκουντήξει, πριν ξεκινήσεις την επίθεση σκέψου αν υπάρχει κάποιος λόγος που μπορεί να το έκανε.
“Όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίδια”. Έχουμε μεγαλώσει με διαφορετικό τρόπο, έχουμε διαφορετικά γενετικά χαρακτηριστικά, έχουμε ζήσει άλλα πράγματα και ζωές. Εξαιτίας όλων αυτών οι άνθρωποι δεν σκέφτονται το ίδιο, ούτε και λειτουργούν.
“Ποιος είσαι εσύ για να κρίνεις”. Δεν σημαίνει ότι επειδή πρεσβεύεις μία καλή ιδέα είσαι και ο τέλειος άνθρωπος. Πολλές φορές οι άνθρωποι βάζοντας μία ταμπέλα στον εαυτό μας φοράμε και το κοστουμάκι του “mr perfect”, του ελιτιστή, του φωτεινού παντογνώστη.
“Μην ξεχνάς ποτέ από πού ήρθες”. Κανένας μας δεν γεννήθηκε υπέρλαμπρος Βούδας (και μάλλον κανείς μας δεν θα γίνει). Γι αυτό ας προσγειωθούμε στα επίγεια και στους στόχους μας χωρίς να ξεχνάμε την ανθρώπινη ιδιότητά μας που είναι η συνεχής εξέλιξη.
Και μιας ξεκίνησα με τον Μαχάτμα, ας τελειώσω και με τον Μαχάτμα: “Όταν έχεις δίκιο δεν χρειάζεται να θυμώνεις. Όταν έχεις άδικο, δεν έχεις το δικαίωμα να θυμώνεις”.
bliss to all my haters
l.p.