Εχω μία φίλη. Έχει καστανοκόκκινα μαλλιά, που φτάνουν σχεδόν μέχρι τους ώμους της και της αρέσει να φοράει μία τζην σαλοπέτα και χρυσά πουλόβερ που από μακριά σαν τη δεις μοιάζει με χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μερικές φορές βάζει και έναν κόκκινο μπερέ, αλλά πάντα κουβαλάει μία βαριά τσάντα στην πλάτη της, που μέσα έχει τον υπολογιστή της, ένα βιβλίο που πάντα προσπαθεί να βρει λίγο χρόνο για να το διαβάσει και ένα κόκκινο κραγιόν. Της αρέσει να ακούει μουσική που την κάνει να στεναχωριέται και άλλες φορές που της προκαλεί να θέλει να χορέψει στη μέση του δρόμου, να πίνει latte και να τρώει παξιμαδάκια χαρουπιού. Αυτά τις καλές μέρες, γιατί υπάρχουν και κακές.

Τις κακές μέρες δεν σηκώνει το τηλέφωνό της. Κρύβεται κάτω από το πάπλωμα. Δεν πηγαίνει στη δουλειά. Δεν μου στέλνει ούτε ένα μήνυμα μέχρι να έρθει το απόγευμα. “Σήμερα δεν τους μπορώ τους ανθρώπους”, μου γράφει. Όταν της συμβαίνει αυτό δεν την κατηγορώ. Δεν της λέω ότι η ζωή είναι ωραία. Δεν προσπαθώ να την ανεβάσω πάνω σε ένα ροζ σύννεφο και να την κάνω να δει το κόσμο από ψηλά. Της λέω ότι έχει δίκιο. “Οι άνθρωποι δεν παλεύονται μερικές φορές”.

Της κάνω παρέα στις δύσκολες στιγμές της, γιατί ξέρω πως είναι νόμος πριν την αυγή να προηγείται το σκοτάδι. Και μέσα σε αυτό το σκοτάδι της ψιθυρίζω στο αυτί ότι μπόρα είναι και θα περάσει και ο ήλιος θα λάμψει και πάλι. Ότι το βάρος που νιώθει στην πλάτη και την κάνει να σκύβει, θα φύγει, αρκεί να βρει τη δύναμη να το τινάξει. Αρκεί να βρει τη δύναμη να αγαπά.

“Το να μισείς είναι κάτι εύκολο, αλλά το να αγαπάς απαιτεί δύναμη που ο καθένας μας έχει, αλλά δεν δείχνουν όλοι τη θέληση να εξασκήσουν”, λέει η ποιήτρια Rupi Kaur.

Πρέπει να προπονήσεις τον εαυτό σου να αγαπά. Μονάχα έτσι θα επιβιώσεις σε έναν κόσμο που η κακία και η ειρωνεία θεωρείται ταλέντο και δείγμα ευφυίας. Οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να μισούν γιατί έτσι θα τροφοδοτούν το εγώ τους. Σαν παχύσαρκα παιδιά που δεν μπορούν να βάλουν φρένο στην όρεξή τους για ένα ακόμα λίτρο αναψυκτικό. Έτσι να βλέπεις τους ανθρώπους…σαν παιδιά, και ίσως κάπως έτσι θα μπορέσεις να κατανοήσεις τις εκρήξεις κακίας και την αγένεια τους, τα πικρόχολα σχόλια και το στραβό τους βλέμμα, τη γραμμή θυμού ανάμεσα στα φρύδια. Την καχυποψία τους.

Έχω μια φίλη. Και αυτή η φίλη κατοικεί μέσα μου. Και κάθε φορά που έχει δεύτερες σκέψεις για το τι ρόλο θα πρέπει να έχει στον κόσμο των μεγάλων και η ζυγαριά γέρνει στην σκληρόκαρδη [email protected]ρ$%λα προκειμένου να μην χωθεί πάλι κάτω από το πάπλωμα, της θυμίζω τα λόγια του Mark Twain: “ας ζήσουμε τη ζωή μας έτσι, που, όταν έρθει η ώρα να πεθάνουμε, να λυπηθεί ακόμα και ο νεκροθάφτης”.

Για τα trolls και τις κ@ρι%@# δεν λυπάται κανείς.