Η Κατερίνα είναι μία από τις μαθήτριές μου. Τη βλέπω τρεις φορές την εβδομάδα. Έρχεται πάντα στην ώρα της – πράγμα το οποίο δείχνει μία πειθαρχία – και φεύγει πάντα με ένα χαμόγελο και μάτια λαμπερά. Αυτά τα μάτια της ήταν, που άνοιξαν διάπλατα, και με ενθουσιασμό μου είπε για ένα βιβλίο, που διάβαζε, το οποίο υπήρχε στη βιβλιοθήκη του παππού της και το οποίο ήταν του Anatol France “Το Ψητοπωλείον της Βασίλισσας Πεντώκ”.

“Νίκη έπεσα πάνω σε ένα απόσπαμα, που πραγματικά με το που το διάβασα, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν να στο στείλω. Θα καταλάβεις γιατί”. Και μόλις μου το έστειλε και το διάβασα κατάλαβα. Αυτή η γνώση που μου πρόσφερε η Κατερίνα πρέπει να διαδοθεί. Για την ιστορία, αυτό των 388 σελίδων βιβλίο του Anatol France , κυκλοφόρησε το 1893.

Κάτσε αναπαυτικά και διάβασε τι ακριβώς έγραψε ο σπουδαίος αυτός Γάλλος μυθιστοριογράφος:

«Σκοπεύω να διηγηθώ τα περίεργα συναπαντήματα της ζωής μου. Υπάρχουνε μέσα σ’ αυτά ωραία και παράξενα.

Όνομα έχω Έλμ, Λοράν Ζακ Μενετριέ. Ο πατέρας μου, ο Λεονάρδος Μενεντριέ, ήταν ψήστης στην οδό Αγίου Ιακώβου, με την επιγραφή «Ψητοπωλείο της Βασίλισσας Πεντώκ», που, καθώς είναι γνωστό, είχε τα δάκτυλα των ποδιών ενωμένα με μεμβράνες, καθώς οι χήνες και οι πάπιες.

«Ευρήκαμε στην τραπεζαρία ένα τραπέζι με τρία σερβίτσια. Ο κ. Ντ’ Ασταράκ μάς κάλεσε να καθήσουμε. Ο Κρίτωνας, που έκανε χρέη μαιτρ ντ’ οτέλ, εσέρβιρε ζελέδες, ζωμούς και πουρέδες δώδεκα φορές περασμένους από το τρυπητό. Δεν βλέπαμε καθόλου νάρχεται ψητό. Και μολονότι ο δάσκαλός μου κι εγώ προσέχαμε πολύ να μη δείξουμε την απορία μας, ο κ. Ντ’ Ασταράκ την εμάντεψε κι είπε:

– Κύριοι, αυτή είναι μία δοκιμή. Κι όσο λίγο κι αν σας φαίνεται άτυχη, δεν θα επιμείνω καθόλου, θα πω να σας σερβίρουνε φαγιά πιο συνηθισμένα, δεν θ’ απαξιώσω μάλιστα να φάω κι εγώ από εκείνα. Αν τα φαγητά που σας επρόσφερα σήμερα δεν είναι καλά φτιασμένα, αυτό δεν είναι τόσο φταίξιμο του μάγειρα, όσο της χημείας, πούναι ακόμα στα σπάργανα. Αυτό πάντως μπορεί να σας δώσει μίαν ιδέα του τί θάναι στο μέλλον. Προς το παρόν οι άνθρωποι τρώνε χωρίς φιλοσοφία. Δεν τρέφονται καθόλου σαν λογικά όντα. Ούτε τη σκέφτονται καν. Μα και για τί δα σκέφτονται; Ζούνε σχεδόν όλοι μέσα στην ανοησία κι εκείνοι ακόμα που είναι άξιοι να σκεφτούν, απασχολούν το πνεύμα τους με κουταμάρες, όπως η συζήτηση κι η ποίηση. Κοιτάχτε, κύριοι, τους ανθρώπους στα γεύματά τους, από την πιο παλιά εποχή, όπου έπαψαν κάθε συνάφεια με τις Σίλφες και τις Σαλαμάνδρες*. Εγκαταλειμμένοι από τα πνεύματα του αέρα, εβάρυναν μέσα στην αμάθεια και στη βαρβαρότητα. Χωρίς ευγένεια και χωρίς τέχνη, εζούσανε γυμνοί και άθλιοι, μέσα στις σπηλιές, κοντά σε ρέματα, ή ανάμεσα στα δένδρα των δασών. Το κυνήγι ήταν η μοναδική τους βιοτεχνία. Όταν ετσάκωναν ξαφνικά, ή έφταναν στη γρηγοράδα ένα δειλό ζώο, έτρωγαν το θύμα αυτό με τη σπαρταριστή σάρκα.

Έτρωγαν επίσης και το κρέας των συντρόφων τους και των ανάπηρων γονιών τους και τα πρώτα μνήματα ανθρώπων ήταν ζωντανοί τάφοι, έντερα πεινασμένα και αδυσώπητα. Ύστερ’ από μακρούς απάνθρωπους αιώνες, φάνηκεν ένας θείος άνθρωπος, που οι Έλληνες ονόμασαν Προμηθέα. Είναι αναμφισβήτητο πως ο σοφός αυτός άνθρωπος ήρθε σε συνάφεια, μέσα στα άσυλα των Νυμφών, με το πλήθος των Σαλαμαντρών. Έμαθε από αυτές κι εδίδαξε στους ταλαίπωρους θνητούς την τέχνη να παράγουν και να διατηρούν την φωτιά. Μέσα στα αμέτρητα ωφελήματα, που άντλησαν οι άνθρωποι από το θείο αυτό δώρο, ένα από τα πιο πετυχημένα ήταν που μπορούσανε να ψήνουν τις τροφές τους και, με τον τρόπο αυτό, να τις κάνουν πιο ελαφρές και πιο νόστιμες.

Και κατά μέγα μέρος, σε κάποια τροφή περασμένη από την επενέργεια της φλόγας οφείλεται ότι οι θνητοί έγιναν σιγά σιγά και βαθμηδόν πιο έξυπνοι, εφευρετικοί, στοχαστικοί, άξιοι να καλλιεργούν τις τέχνες και τις επιστήμες. Μα αυτό ήταν το πρώτο μονάχα βήμα και είναι θλιβερό να συλλογίζεται κανείς πως τόσες χιλιάδες χρόνια επέρασαν, χωρίς να γίνει δεύτερο.

Από τον καιρό που οι πρόγονοί μας έψηναν τέταρτα αρκουδιών πάνω σε φωτιές από κλαριά, στο κοίλωμα ενός βράχου, δεν έχουμε κάνει καμία πρόοδο αληθινή στη μαγειρική μας. Γιατί, κύριοι, δε λογαριάζετε, βέβαια, για πρόοδο τις καρυκευτικές εφευρέσεις του Λούκουλλου και την παχιά εκείνη τούρτα που ο Βιτέλλιος τής έδινε το όνομα «ασπίδα της Αθηνάς», όπως δεν είναι πρόοδος τα ψητά μας, οι πίτες μας, οι καπαμάδες, οι κιμάδες, τα γεμιστά μας και τα γιαχνιστά μας, που έχουν ακόμα τη μυρωδιά της παλιάς μας βαρβαρότητας.

Στο Φοντεναιμπλώ, το τραπέζι του Βασιλιά, που σερβίρουν ένα ελάφι ολάκερο, με το δέρμα του, με τα κέρατά του, παρουσιάζει στο βλέμμα του φιλοσόφου θέαμα τόσο χοντρόκοπο, βάναυσο σαν των τρωγλοδυτών, που συγκαθισμένοι μέσα στις στάχτες ροκανίζουνε κόκκαλα αλόγων. Οι λαμπρές ζωγραφιές της σάλλας, οι φρουροί, οι πλουσιοντυμένοι αξιωματικοί, οι μουσικοί που παίζουν πάνω στις εξέδρες κομμάτια του Λαμπέρτ και του Λουλλί, τα μεταξωτά τραπεζομάντηλα, τ’ ασημένια πιάτα, οι χρυσές κούπες, τα βενετσιάνικα γυαλικά, τα κηροπήγια, τα σκαλισμένα και φορτωμένα λουλούδια δοχεία δεν μπορεί να δώσουν αξία, ούτε καμία χάρη, που να κρύβει τί πραγματικά είναι το ακατανόμαστο αυτό σφαγείο, όπου άνδρες και γυναίκες συναθροίζονται μπρος από πτώματα ζώων, από κόκκαλα σπασμένα και σάρκες ξεσκισμένες, για να φάνε αχόρταγα. Ω! Πόσο λίγο φιλοσοφική τροφή είναι αυτά! Καταβροχθίζουμε με ηλίθια λαιμαργία τα μούσκουλα, το πάχος, τα εντόσθια των ζώων, χωρίς να ξεχωρίζουμε, μέσα σ’ αυτές τις ουσίες, τα μέρη που χρειάζονται πραγματικά για την θρέψη μας και τα άλλα, τα πολύ περισσότερα, που θα έπρεπε να πετούμε. Και στοιβάζουμε μέσα στην κοιλιά μας αδιάκριτα το καλό και το κακό, το ωφέλιμο και το βλαβερό. Εδώ όμως θα ’πρεπε να γίνεται κάποια διάκριση κι αν βρισκόταν μέσα σε όλα τα Πανεπιστήμια ένας μονάχα γιατρός χημικός και φιλόσοφος, δεν θάμασταν πια αναγκασμένοι να παρακαθίζουμε σ’ αυτές τις σιχαμερές ευωχίες.

θα μας ετοίμαζαν, κύριοι, κρέατα διϋλισμένα, που δεν θα περιείχαν παρά μόνο ό,τι βρίσκεται σε συμπάθεια και συγγένεια με το σώμα μας. Δεν θα παίρνονταν πια παρά η πεμπτουσία μόνο των βοδιών και των γουρουνιών, παρά μόνο το ελιξίριο των περδικιών και των πουλάδων και κάθε τι που θα τρωγόταν θα χωνευόταν κιόλας. Σ’ αυτό είναι, κύριοι, που δεν απελπίζομαι πως θα φτάσω μία μέρα, καταγινόμενος με την ιατρική και τη χημεία περισσότερο από όσο είχα την άνεση να κάνω έως τώρα».

Με τα λόγια αυτά του νοικοκύρη μας, ο κ. Ιερώνυμος Κουανιάρ, σηκώνοντας τα μάτια από τον μέλανα ζωμό που ήταν στο πιάτο του, εκοίταξε τον κ. Ντ’ Ασταράκ με ανησυχία.

– Κι αυτό πάλι, εσυνέχισεν εκείνος, δεν θάναι παρά μια πολύ ανεπαρκής πρόοδος. Ένας καθώς πρέπει άνθρωπος δεν μπορεί, χωρίς αηδία, να τρώει τα κρέατα των ζώων κι οι λαοί δεν μπορεί να λέγονται πολιτισμένοι, εφόσον θα έχουν στις πόλεις του σφαγεία και κρεοπωλεία. Μα θα μπορέσουμε μια μέρα ν’ απαλλαγούμε από αυτά τα βάρβαρα επαγγέλματα. Όταν θα γνωρίσουμε ακριβώς τις θρεφτικές ουσίες, που περιέχονται μέσα στο σώμα των ζώων, θα καταστεί δυνατό να παίρνουμε τις ουσίες αυτές απο τα χωρίς καμία ζωή σώματα, που θα τις παρέχουν εν αφθονία. Τα σώματα αυτά περιέχουνε πραγματικά το κάθε τί που υπάρχει μέσα στα ζωντανά όντα, αφού το ζωικό σχηματίστηκε από το φυτικό, που κι αυτό πάλι αντλεί την υπόστασή του από την άψυχη ύλη.

Θα τρεφόμαστε τότες με εκχυλίσματα μετάλλων, κατάλληλα επεξεργασμένων από τους φυσικούς. Μην αμφιβάλλετε καθόλου πως η γεύση τους θα είναι εξαίρετη και η χρησιμοποίησή τους σωτήρια. Η μαγειρική θα γίνεται μέσα σε χοάνες και σε άμβυκες και για αρχιμαγείρους θα έχουμε αλχημιστές. Δεν βιάζεστε καθόλου, κύριοι, να ιδείτε αυτά τα θαύματα; Σας τα υπόσχομαι για πολύ προσεχές μέλλον.

– Στ’ αλήθεια, κύριε, δεν τα εννοώ καθόλου, είπε ο καλός μου δάσκαλος, κατεβάζοντας ένα κρασοβόλι.

– Ευαρεστηθείτε τότε να με ακούσετε μια στιγμή, είπε ο κ. Ντ’ Ασταράκ. Μη βαραίνοντας πια από αργητά χωνέματα, οι άνθρωποι θα είναι θαυμάσια ευκίνητοι, η όρασή τους θα γίνει εξαιρετικά οξεία και θα βλέπουν καράβια ν’ αρμενίζουνε στις θάλασσες της σελήνης. Η νόησή τους θα είναι πιο καθαρή, τα ήθη τους θα εξημερωθούν. Θα προχωρήσουνε πολύ στη γνώση του Θεού και της Φύσης.

Μα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας κι όλες τις αλλαγές που δεν θα λείψουν να προέλθουν. Κι αυτή η κατασκευή του ανθρωπίνου σώματος θα τροποποιηθεί. Είναι γεγονός πως όργανα που δεν λειτουργούν εκφυλίζονται και εξαλείφονται. Παρατηρήθηκε πως τα ψάρια, άμα στερηθούνε το φως, καταντούνε τυφλά. Κι είδα, σε μία επαρχία, βοσκούς, που δεν τρέφονται παρά μόνο με γάλα, να χάνουνε τα δόντια τους πολύ νωρίς, μερικοί μάλιστα γεννήθηκαν χωρίς καθόλου δόντια. Πρέπει κανείς να θαυμάζει σ’ αυτό τη φύση, που δεν ανέχεται τίποτα περιττό. Όταν οι άνθρωποι θα τρέφονται με το βάλσαμο που σας είπα, τα έντερά τους θα κοντύνουνε πολλές πήχεις κι ο όγκος της κοιλιάς τους θα μικρύνει σημαντικά.

– Για σταθείτε! Είπε ο καλός μου δάσκαλος, τρέχετε πάρα πολύ, κύριε, και κινδυνεύετε να πέσετε σε λάθος. Δεν βρίσκω καθόλου άσχημο οι γυναίκες νάχουνε λίγη κοιλιά, αρκεί τα υπόλοιπα να έχουν καλές αναλογίες. Είναι μια ομορφιά αυτό, που με συγκινεί πολύ. Μην την πειράζετε αυτή τη λίγη κοιλίτσα αστόχαστα.

– Σ’ αυτό δεν επιμένω. Θ’ αφήσουμε το κορμί της γυναίκας να σχηματιστεί σύμφωνα με τις αναλογίες των Ελλήνων γλυπτών. Αυτό για να σας κάνω ευχαρίστηση, κύριε αββά, και λαβαίνοντας υπόψιν τα έργα της μητρότητας, μολονότι, για να πω την αλήθεια, σκοπεύω να κάνω και στο σημείο αυτό μερικές αλλαγές, που θα σας αναπτύξω άλλη μέρα. Για να ξαναγυρίσω στο θέμα μας, οφείλω να σας ομολογήσω πως όλα όσα σας ανήγγειλα, ως τώρα, δεν είναι παρά μία πορεία προς την πραγματική τροφή, που είναι η τροφή των Συλφών και όλων των αέρινων πνευμάτων. Πίνουνε το φως, που αρκεί να μεταδώσει στο σώμα τους, μια θαυμάσια κίνηση και ευκινησία. Είναι το μοναδικό τους ποτό. Θα είναι και το δικό μας μια ημέρα, κύριοι. Πρόκειται μόνο να κάνω πόσιμες τις αχτίδες του ήλιου. Ομολογώ πως δεν βλέπω με αρκετή σαφήνεια τα μέσα, για να το κατορθώσω και προβλέπω μεγάλους μπελάδες και πολλά εμπόδια και δυσκολίες σε αυτόν τον δρόμο. Αν οπωσδήποτε κάποιος σοφός πετύχει αυτόν τον σκοπό, θα γίνουν ίσοι με τις Σύλφες και τις Σαλαμάντρες σε εξυπνάδα και ομορφιά».

Και κυκλοφόρησε το 1893..

 

 

Κατερίνα σε ευχαριστώ

l.p. 

 

Κεντρική Φωτογραφία: @elsas_wholesomelife