Αχ μόνη στην πόλη το καλοκαίρι…Κάτι σαν την ιστορία της ζωής μου. Από τότε που με θυμάμαι. “Και εσύ μικρή Νίκη, πού θα πας διακοπές”, με ρώτησε η κυρία Βαρβάρα στην β’ δημοτικού. Η αγαπημένη μου δασκάλα λίγο πριν είχε ακούσει τα άλλα παιδάκια να της λένε για νησιά, χωριά ακόμα και πόλεις του εξωτερικού. Όταν έφτασε η σειρά μου, σήκωσα το βλέμμα και γεμάτη υπερηφάνεια απάντησα “Στην Καισαριανή κυρία”.

Η Αθήνα είναι το δικό μου χωριό. Εδώ γεννήθηκαν οι γονείς μου, οι γιαγιάδες και οι παππούδες μου, εγώ. Όταν οι άλλοι επέστρεφαν, το Σεπτέμβριο, από τις διακοπές τους σε απόχρωση σοκολάτας bitter, εγώ ήμουν πιο λευκή και από σαντιγί. Λόγω επιδερμίδας ίσα ίσα που προλάβαινα να κοκκινίσω, από τα μπάνια που έκανα σε παραλίες κοντά στην Αττική και μετά η επιδερμίδα μου επανερχόταν στο χρώμα της πορσελάνης. Με φακίδες για να σπάει λιγάκι η ασπρίλα. Δεν με ένοιαζε όμως καθόλου, που δεν είχα εξοχικό ή καταγωγή από κάποιο παραθαλάσσιο μέρος. Ήμουν χαρούμενη στην άδεια μου Αθήνα.

Με νοσταλγία θυμάμαι τη μία μου γιαγιά που μας ξυπνούσε από τις 7 το πρωί για να πάρουμε το λεωφορείο, το Α2 ή το Β2 (ανάλογα ποιο ερχόταν πρώτο) και να πάμε για μπάνιο στο Φάληρο και στον Άλιμο, μαζί με τη συνομήλικη ξαδέρφη μου. Περνούσα τόσο όμορφα μαζί με τις φίλες της γιαγιάς, όπου με τα ολόσωμα τους (συνήθως μαύρα) και το σκουφάκια με τις κολλημένες πλαστικές μαργαρίτες στα μαλλιά έστηναν πηγαδάκια μέσα στη θάλασσα – στα ρηχά να πατάνε τα δαχτυλάκια τους στο βυθό – και αντάλλαζαν συνταγές ή έλεγαν για τα καμώματα των εγγονιών τους. Οι πρωινές αυτές παραλιακές εξορμήσεις μας έχουν καταφέρει και επιβιώσει ανάμεσα σε τόσες άλλες καλοκαιρινές αναμνήσεις που έχω αποκτήσει έκτοτε. Μπορώ να ανασύρω στη μνήμη μου με κάθε λεπτομέρεια μέχρι και το μαγιό που φορούσα. Ροζ ολόσωμο, με φραμπαλά, ο οποίος είχε πάνω του χρυσά αστεράκια.

Και μετά ήταν πάλι και τα σαββατοκύριακα στο Πόρτο Ράφτη. Στο εξοχικό του θείου Κώστα και της θείας Σωσώς. Με τη μεγάλη κούνια κήπου, όπου έριχνα ονειρεμένους ύπνους τα μεσημέρια ακούγοντας τα τζιτζίκια, με τα κρεβάτια στη βεράντα όπου είχαν κουνουπιέρες και εκεί συνήθως μου άρεσε να κοιμάμαι τα βράδια με τη δροσούλα. Ένα εξοχικό γεμάτο χαρά. Με τα αμπέλια στο πίσω μέρος του κτήματος. Με κελάρι γεμάτο με βαρέλια κρασί. Με γέλια και τραγούδια. Πόσα όμορφα πράγματα και αν έχω ζήσει εκεί. Θυμάμαι να πατάω τα σταφύλια μέσα σε μία τεράστια σκάφη. Να σπάει όλα τα πιάτα και να αναποδογυρίζει τραπέζια πάνω στο τσακίρ κέφι ο θείος. Να γεννάει η Μπόνυ, το πεκινουά στο αποθηκάκι και να βγάζει 8 κουτάβια. Και εγώ να τα ζω όλα αυτά φορώντας κοντά σορτσάκια και έχοντας κοτσιδάκια στα μαλλιά.

Αχ αυτά τα καλοκαίρια. Δεν θα τα άλλαζα με τίποτα. Και ας μην είχαν κυκλαδίτικα τοπία για φόντο ή το τουρκουάζ του Ιονίου. Είχαν αγάπη.

Μεγαλώνοντας μου έχει μείνει το συνήθειο να θέλω τον Αύγουστο να μένω εδώ. Τώρα που γράφω αυτές τις λέξεις είμαι εδώ. Στο αστικό διαμέρισμά μου, εγώ, ο γάτος μου, τα φυτά μου και η ρουτίνα μου. Λίγες είναι οι φορές αυτές που έχω “απατήσει” την πρωτεύουσα και έχω βρεθεί σε νησί τον όγδοο μήνα του έτους. Γιατί; Γιατί όταν όλοι φεύγουν η Αθήνα μοιάζει με μία γυναίκα που απολαμβάνει την ηρεμία της και ο ήλιος χαϊδεύει τη μαυρισμένη της επιδερμίδα. Γιατί το κέντρο είναι ζεν και οι φοίνικες στον Εθνικό Κήπο χαρούμενοι.  Γιατί ακούγονται τα τζιτζίκια και όχι κόρνες. Γιατί μπορώ να καλλιεργώ την εσωτερικότητα που θέλω, καθώς όλοι είναι μακριά μου. Γιατί τα παράθυρα μου είναι ανοιχτά και μπαίνει όντως οξυγόνο. Γιατί ακόμα στο Παλαιό Φάληρο υπάρχουν γιαγιάδες με λουλουδιασμένα σκουφάκια. Γιατί όταν κλείνω τα μάτια και ο ζεστός αέρας με χτυπάει κοιμάμαι πάλι σε αυτή τη μεγάλη κούνια στο Πόρτο Ράφτη.

Γιατί η άδεια πόλη είναι χιλιάδες εικόνες, που έρχονται σαν κύματα αλλεπάλληλα.