Είναι πρωί. Είμαι πάνω στη βέσπα. Οι δρόμοι είναι άδειοι. Ο ουρανός γκρι. Κλείνω τα μάτια. Μυρίζω καμένο. Ανοίγω τα μάτια. Βρίσκομαι στο στούντιο. Διαβάζω ειδήσεις. Βλέπω εικόνες. Όλα στάχτη. Όλα μαύρα. Αρχίζω και κλαίω. Κλείνω τα μάτια. Μυρίζω καμένο. Η ζωή είναι σοκ. Είναι σα να κάθεσαι γαλήνιος και να κοιτάς το άγνωστο και ξαφνικά κάποιος σου ρίχνει ένα κουβά με εκατοντάδες παγάκια στη μούρη. Και εσύ πρέπει να σκουπίσεις το πρόσωπό σου και να συνεχίσεις. Γιατί η ζωή συνεχίζεται. Οι διακοπές έρχονται. Είναι καλοκαίρι. Έχεις κλείσει και το δωμάτιο και έχεις δώσει και την προκαταβολή. Κάπου μέσα μου αισθάνομαι χάλια. Το στομάχι μου ανακατεύεται. Η συνειδητοποίηση πως δεν φοβάμαι το θάνατο, αλλά τη ζωή, με τρομάζει. “Τι είναι αυτό που σε τρομάζει;”, με ρωτάει εκείνος. “Με τρομάζει που συνεχίζεται σα να μη συμβαίνει τίποτα”, του απαντώ. Αυτό το “que sera sera” έχει δύο όψεις. Είναι λυτρωτικό από τη μία και στενάχωρο από την άλλη. Από τη μία σε απελευθερώνει και από την άλλη σε μουδιάζει.

Ένας σκύλος κάθεται πάνω σε ένα βραχάκι, άνθρωποι είναι μέσα στη θάλασσα με τον καπνό και την αλμύρα να ποτίζει το δέρμα τους. Αυτοκίνητα έχουν λιώσει το ένα πίσω από το άλλο. Νιώθω ένα μούδιασμα. Δεν με φοβίζει ο θάνατος. Η ζωή με φοβίζει. Γιατί η ζωή επαναλαμβάνεται. Οι χαρές της ζωής σε λούζουν, σου χαϊδεύουν το πρόσωπο σαν ένα δροσερό αεράκι κάπου προς το τέλος του καλοκαιριού. Οι λύπες όμως. Αυτές σκάνε σαν μπαλάκι του σκοούς. Με ορμή. Σχεδόν εκδικητικά. Και τι κάνεις αν δεν μπορείς να αντέξεις αυτές τις λύπες; Ντρέπεσαι; Κρύβεσαι; Κλείνεις τα φώτα και κοιτάς το σκοτεινό ταβάνι του δωματίου; Πιέζεις τον εαυτό σου να νιώσει καλά; Ανοίγω τον υπολογιστή και γράφω. Γράφω γιατί ίσως έτσι νιώθεις και εσύ και απλά θέλω να σου πω να μη ντρέπεσαι. Δεν είσαι δειλός. Ούτε υπερευαίσθητος, όπως μπορεί να νομίζουν οι φίλοι σου. Και κυρίως δεν είσαι μόνος.

Είμαι κάτι λιγότερο από μισό αιώνα άνθρωπος και ακόμα ψάχνω απαντήσεις και τρόπους να παλέψω με τις λύπες. Το μόνο που έχω μάθει είναι πως οποιαδήποτε χαρά υπάρχει σε αυτό τον κόσμο, προέρχεται από την επιθυμία να είναι οι άλλοι ευτυχείς, και οποιαδήποτε οδύνη υπάρχει σε αυτό τον κόσμο, προέρχεται από την επιθυμία να είμαι εγώ ευτυχισμένος.

Σήμερα ας διαλογιστούμε πάνω στην καλοσύνη και ας πράξουμε με ευσπλαχνία. Όπως λέει και ένας σοφός “δεν χρειάζονται ναοί, δεν χρειάζεται κάποια περίπλοκη φιλοσοφία. Ο δικός μας εγκέφαλος, η δική μας καρδιά είναι ο ναός μας. Η φιλοσοφία μου είναι η καλοσύνη”.

Ίσως έτσι αλλάξουμε κάτι. Ίσως να μη καίγονται άνθρωποι, ζώα, δέντρα. Ίσως έτσι το μπαλάκι τους σκουός να πέφτει πιο μαλακά πάνω μας. Αφού δεν μπορούμε να σταματήσουμε τις λύπες να έρχονται (γιατί είναι μέσα στη ζωή) ας προσπαθήσουμε να τις περιορίσουμε επαναπροσδιορίζοντας τις επιθυμίες μας.

 

 

 

Πρέπει να συνεχίζεις να πιστεύεις στην ανθρωπότητα για να αντέξεις. Πρέπει.