Μία παρέα έξι ανθρώπων, δύο σκυλιά, ένα νησί κοντά στις 10 ώρες μακριά από την Αθήνα.

Είναι η δεύτερη μέρα στην Αστυπάλαια και πάλι ξύπνησα νωρίς για να δω το μαύρο, να μεταμορφώνεται σε μωβ και μπλε και από εκεί δειλά δειλά ο ουρανός να σχίζεται και πορτοκαλί λωρίδες να αρχίζουν να ξεπροβάλλουν προετοιμάζοντας το μάτι για το μεγαλείο που θα ακολουθήσει. Η ανατολή του ήλιου.

Σιγά-σιγά όλα ντύνονται σε εκείνο το λευκό, το αιγαιοπελαγίτικο. Ησυχία. Μερικοί γλάροι πετούν πάνω από το κεφάλι μου. Αν συγκεντρωθώ μπορώ να ακούσω το φτερούγισμά τους.

Τι υπέροχο πράγμα που είναι να νιώθεις ζωντανός και συνδεδεμένος με τα πάντα. Έτσι, ο χρόνος αποκτά άλλη αξία. Κάθε λεπτό έχει μεγαλύτερη χωρητικότητα. Και οι πράξεις των ανθρώπων έχουν μεγαλύτερο αποτύπωμα πάνω στη μνήμη σου.

Το προηγούμενο βράδυ μάθαμε πως οι ABBA κυκλοφορούν νέο δίσκο και Βόρεια και Νότια Κορέα έκανα μία ιστορική συμφωνία για ειρήνη. Είναι λες και τα 60s επιστρέφουν. Όμως εγώ από τη χθεσινή μέρα αυτό που θα κρατήσω για πάντα μέσα μου είναι τα γέλια της Μαριλούς, το Μπιφτέκι να βουτάει στη θάλασσα, την Άννα να περπατάει σαν αέρινο ξωτικό στη Χώρα της Αστυπάλαιας, τη Γιούκι να θέλει να σκαρφαλώσει μαζί με τα κατσίκια, τον Άλεξ να διαβάζει παραμύθια, τον Ζήση να λιάζεται και να κοιμάται και τον Ανδρέα να κοκκινίζει που τον λέμε “νεαρό”..εμείς οι μεγάλοι.

Αν τελικά κάτι μας σώσει από τις ζωές μας στην πόλη είναι οι μικρές παύσεις μακριά από αυτήν. Και οι λιχούδηδες άνθρωποι κοντά μας. Αυτοί που έλκονται από τις γήινες απολαύσεις και τα γέλια τους γεμίζουν την καρδιά σου, όπως ο ήλιος γεμίζει τον ουρανό σε κάθε ανατολή του.