Σε μία μέρα, στις 21 Μαρτίου, είναι η επίσημη έναρξη της άνοιξης. Βέβαια, δεν χρειάζεται να έρθει εκείνη η μέρα για να καταλάβουμε πως η εποχή που τα πάντα ξαναγεννιούνται έχει φτάσει. Τα πάντα είναι ανθισμένα. Αρκεί μία βόλτα στο πιο κοντινό φυτώριο, που έχετε κοντά σας, για να δείτε αυτή την πανδαισία χρωμάτων από τα λουλούδια. Εγώ βρέθηκα σε ένα στην Κυψέλη και δεν ήξερα τι να πρωτοκοιτάξω και ποιο να μυρίσω.

Τελικά έφυγα από εκεί με ένα γλαστράκι με τρεις υάκινθους και όταν πήγα σπίτι και έψαξα να βρω τι περιποίηση χρειάζεται έπεσα πάνω στο μύθο του. Και κάπως έτσι μου ήρθε η ιδέα γι αυτό το post, το οποίο φαντάζομαι μπορείς και να το διαβάσεις και ως παραμύθι (μπορεί και όχι).

Υάκινθος

Ο Υάκινθος ήταν ένας όμορφος νέος από τη Σπάρτη, ο οποίος ήταν εραστής και του θεού του ήλιου, Απόλλωνα, και του θεού του ανέμου, Ζέφυρου. Μία μέρα καθώς ο Απόλλωνας μάθαινε στο Υάκινθο δισκοβολία, ο Ζέφυρος φύσηξε πάνω στο δίσκο του θεού και έτσι αυτός ξέφυγε από την πορεία του και χτύπησε τον άτυχο νέο και τον σκότωσε.  Από το αίμα του του νέου ο Απόλλωνας έπλασε ένα λουλούδι που στο άνθισμά του κάθε του πέταλο έμοιαζε να έχει γραφτεί μια θρηνητική κραυγή. Αυτά παθαίνεις αν το παίζεις σε δύο ταμπλό.

Αμυγδαλιά

Η Φυλλίς, κόρη ενός βασιλιά της Θράκης, ερωτεύτηκε τον γιο του Θησέα, τον Δημοφώντα. Οι δυο τους γνωρίστηκαν όταν ο Δημοφών επέστρεφε με το καράβι του από την Τροία και ο βασιλιάς του έδωσε ένα μέρος του βασιλείου του και την θυγατέρα του για γυναίκα. Large, δηλαδή, ο βασιλιάς. Μετά από κάποιο διάστημα, ο Δημοφών επειδή προφανώς βαρέθηκε και ήθελε να πάρει τον αέρα του, πήγε ένα ταξιδάκι στην Αθήνα δίνοντας την υπόσχεση στη μέλλουσα γυναίκα του πως θα γυρίσει σύντομα πίσω. Η Φυλλίς έμεινε μπουκάλα. Τα χρόνια περνούσαν και ο Δημοφώντας ήταν άφαντος. Βαρέθηκε και αυτή να τον περιμένει και έτσι – υποθέτω – πως πέθανε από βαρεμάρα. Οι θεοί, από οίκτο για την κακομοίρα Φυλλίδα, τη μεταμόρφωσαν σε αμυγδαλιά, η οποία έγινε σύμβολο της ελπίδας. Ο Δημοφών μετά από χρόνια αποφάσισε να επιστρέψει, αλλά αντί για τη Φυλλίδα βρήκε ένα γυμνό δέντρο χωρίς φύλλα και άνθη. Απελπισμένος αγκάλιασε το δέντρο, το οποίο ξαφνικά πλημμύρισε από λουλούδια, δείχνοντας ότι η αγάπη δεν μπορεί να νικηθεί από το θάνατο ή ότι η Φυλλίς ακόμα και σαν δέντρο ήταν μεγάλο θύμα. Αλλά το ξεπερνάμε αυτό γιατί όταν ανθίζει είναι πολύ όμορφη.

Πασχαλιά

Τι κάνεις όταν σε κυνηγάει κάποιος που δεν θέλεις; Αλλάζεις τηλέφωνο; Σπίτι; Κλείνεις το facebook; Όχι. Ακολουθείς το παράδειγμα της Συρίνας. Η Συρίνα ήταν μία πανέμορφη νύμφη, η οποία ξετρέλανε τον Πάνα, το θεό των δασών, ο οποίος και άρχισε να την κυνηγάει μέσα στο δάσος. Τρομαγμένη η Συρίνα, προκειμένου να σωθεί μεταμορφώθηκε σε ένα αρωματικό θάμνο, του οποίου το λουλούδι ονομάζεται πασχαλιά.

Παπαρούνα

Τα πράγματα εδώ είναι πολύ απλά. Ο Άδωνις είχε σχέση με τη θεά Αφροδίτη. Εκείνος ήταν ο κυνηγός και η Αφροδίτη ήταν συνήθως η συνοδός του στο κυνήγι. Έλα όμως που την Αφροδίτη την ήθελε κολασμένα ο πολεμοχαρής Άρης, ο οποίος πάνω στην τρέλα του μεταμορφώθηκε σε αγριογούρουνο και σκότωσε τον Άδωνη. Τα δάκρυα της θεάς Αφροδίτης αναμίχθηκαν με το αίμα του νεκρού Αδώνιδος και 0 παπαρούνες φύτρωσαν εκεί που χύθηκαν τα δάκρυα.

Νάρκισσος

Από την αρχή φαινόταν πως ο Νάρκισσος δεν θα έχει καλά ξεμπερδέματα με τη ζωή του. Ο νεαρός καταγόταν από τη Βοιωτία και ήταν το παιδί ενός βιασμού, καθώς ο ποταμός Κηφισός εγκλώβισε τη νύμφη Λεριώτη στα νερά του και την άφησε έγκυο στο παιδί του. Όταν γέννησε πήγε στον Τειρεσία να πάρει χρησμό για το μέλλον του παιδιού. Η πρόβλεψη έλεγε ότι ο Νάρκισσος θα ζήσει μέχρι τα γεράματα αρκεί να μη γνωρίσει τον εαυτό του. Όταν μεγάλωσε ήταν τόσο όμορφος που τον ήθελαν όλοι και άλλος, αλλά εκείνος κοσμάρα. Η Νέμεσις εκνευρισμένη με την αδιάφορη συμπεριφορά του, τον καταράστηκε να ερωτευτεί μόνο τον εαυτό του και ο χρησμός του Τειρεσία άρχισε να πραγματοποιείται. Μία μέρα τον είδε να περιπλανιέται στα δάση η Ηχώ. Η νύμφη είχε τιμωρηθεί από την Ήρα, επειδή βοηθούσε τον Δία και δεν μπορούσε να μιλήσει κανονικά παρά μόνο να επαναλαμβάνει τις τελευταίες λέξεις μιας φράσης. Όπου πήγαινε ο Νάρκισσος, η Ηχώ τον ακολουθούσε σιωπηλή (λογικό γιατί τι να του πει κιόλας). Μια μέρα που κυνηγούσε ελάφια, άκουσε ένα θόρυβο. Της φώναξε να τον πλησιάσει, αλλά όταν πήγε κοντά του εκείνος την έσπρωξε και απομακρύνθηκε. Η Ηχώ, βαρυστομαχιασμένη από τη χυλόπιτα, άρχισε να κλαίει, αλλά ο Νάρκισσος….κοσμάρα…συνέχισε να περπατά στο δάσος, ώσπου σε ένα ξέφωτο βρήκε μια λίμνη και σταμάτησε. Όταν έσκυψε από πάνω της και αντίκρισε το είδωλο του στο νερό, μαγνητίστηκε από την ομορφιά του. Έμεινε για μέρες αποσβολωμένος κοιτώντας τον εαυτό του, σκεπτόμενος “τι ωραίο γκομενάκι που είμαι” και αγνοώντας το κάλεσμα της Ηχούς. Όταν προσπάθησε να αγγίξει το όμορφο πρόσωπο που έβλεπε στο νερό, έπεσε και πνίγηκε και όχι δεν ήξερε να κολυμπά.  Η Ηχώ θρήνησε τόσο βαθιά το τέλος του αγαπημένου της (μα είναι βλαμμένη κι αυτή), που ο Δίας τη λυπήθηκε και μεταμόρφωσε τον Νάρκισσο σε λουλούδι και την Ηχώ σε φωνή.