“Θα σου βάψω τα μαλλιά στον ύπνο σου. Δεν θα καταλάβεις τίποτα. Απλά θα έρθω με τη βαφή και με ένα πινέλο και το πρωί θα είσαι και πάλι κοκκινομάλλα”. Αυτή είναι μία απειλή που την ακούω συχνά τον τελευταίο καιρό από τον καλό μου φίλο, ο οποίος μη μπορώντας να βλέπει άλλο τις λευκές τούφες στη φράντζα των μαλλιών μου, έχει αρχίσει και σκαρφίζεται διάφορους τρόπους προκειμένου να με κάνει να τα βάψω. Δεν τα καταφέρνει.

Όπως δεν τα καταφέρνει και ο μπαμπάς μου, που πολύ γλυκά ένα απόγευμα μου είπε “βρε Νικούλα μου, άσπρισες κι εσύ”. Και για να το κάνει ακόμα πιο ωραίο πρόσθεσε “Μεγάλωσες”.

Τα μαλλιά μου δεν τα είχα βάψει ποτέ μέχρι να πάω 28. Μετά, έκανα όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου, πέρασα από τη διχρωμία ροζ/γαλάζιο, συνέχισα σε σκέτο baby pink, το πήγα σε γκρι, πέταξα δύο τρεις κίτρινες τούφες, και όταν πια το κούρασα – πριν περίπου 2,5 χρόνια – είπα εντάξει εδώ είμαστε ας επιστρέψουμε στο φυσικό. Εκ τότε είμαι καστανή κοκκινομάλλα. Και το μόνο που έχω κάνει είναι να τα περάσω μία φορά με φυσική χένα, που με τα λουσίματα βγαίνει. Α και με ένα ροζ χρωμοσαμπουάν, που πάνω στα μαλλιά μου φάνηκε σα να έχει φτύσει ένα φλαμίνγκο και με πήραν λίγο τα σκάγια.

Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια το φυσικό μαλλί εμπλουτίστηκε με κάποιες λευκές τρίχες, όπου σε μένα έκαναν ομαδικό ντου κυρίως στη φράντζα μου. Κάθε μέρα που περνά νιώθω ότι μεταμορφώνομαι σε Άννα Παναγιωταρέα σε μία όμως εμφανέστατα πιο boho/indie εκδοχή. Και παρόλο τις πιέσεις που μου ασκούνται να αρχίσω να βάφω το μαλλί μου, εγώ αρνούμαι. Και ξέρεις γιατί;

Γιατί τις λευκές τρίχες στα μαλλιά μου τις κέρδισα. Δεν είναι κάτι που αγόρασα. Είναι το δώρο της φύσης πάνω μου. Μπορείς να το πεις κληρονομικότητα, έγνοιες ή απλά πάροδο του χρόνου. Όλα αυτά όμως είμαι εγώ. Δεν είναι κάποιος κωδικός, ένα νούμερο κάποιου χρώματος που το πήρα από το ράφι.

Την απόφαση να μην ξαναβάψω τα μαλλιά μου δεν την πήρα εύκολα. Χρειάζεται να έχεις μία δόση γενναιότητας για να το πεις και να το κάνεις. Και εγώ δεν την είχα. Χρειάστηκε να κοιταχτώ πολλές φορές στον καθρέφτη και να αγαπήσω την “οmbre” φράντζα μου. Όλοι μας είμαστε κάπως συναισθηματικά δεμένοι με το χρώμα των μαλλιών μας και υπάρχει μία προσκόλληση σε αυτό. Ίσως γιατί μας θυμίζει τα νεανικά μας χρόνια. Ίσως γιατί μας θυμίζει απλά το παρελθόν. Και η αλήθεια είναι πως οι περισσότεροι από εμάς νιώθουμε άνετα με το παρελθόν, επειδή το γνωρίζουμε. Το μέλλον είναι άγνωστο, δεν ξέρεις τι θα σου φέρει. Και οι λευκές τρίχες είναι αυτό ακριβώς. Είναι το μέλλον ή καλύτερα είναι προάγγελος του μέλλοντος. Είναι εκεί που θα πας. Μεγαλώνεις. Φθείρεσαι.

Θέλει κουράγιο για να αποδεχθείς πως δεν είσαι άφθαρτος.

Τουλάχιστον έτσι το σκέφτομαι εγώ. Έτσι μου είπα όταν κοίταξα για ακόμα μία φορά τις λευκές μου τούφες.Είπα ένα “κουράγιο” και μετά ένα “ας απελευθερωθώ”. Ας απελευθερωθώ από την εικόνα του νεότερου εαυτού μου και ας αφήσω αυτό το σημάδι του χρόνου πάνω μου.

Κάπως έτσι με αποδέχτηκα. Κάπως έτσι με αγάπησα. Μαλλιά-μπαμπάκι καλώς να έρθετε. Και αν αλλάξω γνώμη η χένα είναι εκεί και με περιμένει. Στο ράφι. Η αρχή έγινε.

 

Bliss
L.P.