Είμαι από αυτούς τους ανθρώπους που το πρωί ντύνονται σαν κρεμμύδια, αυτά που βάζουμε στη χωριάτικη τη σαλάτα, και όσο περνάει η μέρα και φθάνει μεσημέρι εγώ αναρωτιέμαι γιατί ζεσταίνομαι. Δεν μου περνάει δηλαδή από το μυαλό πως φοράω ένα μπλουζάκι, ένα πουλόβερ και ένα παλτό (και κασκόλ) σε μία χώρα που το βαρύ της κρύο είναι 12 βαθμοί Κελσίου.

Κάπως έτσι την πατάω και το βράδυ. Επειδή με πιάνει η νύστα (γιατί ξέρω και το κόλπο να κοιμάμαι πιο γρήγορα), κρυώνω, αλλά κάπου στα μέσα της βραδιάς – εκεί που βρίσκομαι κάπου ανάμεσα στον πέμπτο και έκτο ύπνο – βρίσκομαι να στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου και να μπαινοβγάζω τα πόδια μου από το πάπλωμα. Τι μου συμβαίνει επιτέλους;

Σύμφωνα με τους ειδικούς, όσο πλησιάζει η ώρα του ύπνου, η θερμοκρασία του σώματος πέφτει κατά ένα ή δύο βαθμούς, ώστε να μπούμε σε sleeping mode. “Γενικά, το να κοιμόμαστε σε ένα δροσερό περιβάλλον, μας βοηθάει να διατηρούμε χαμηλή τη θερμοκρασία του σώματος, γεγονός που οδηγεί σε έναν βαθύτερο και μεγαλύτερης διάρκειας ύπνο”, διαβάζω πως λέει ο Adam Tishman, ειδικός σε θέματα ύπνου.

Σύμφωνα με τον Tishman, η ιδανική θερμοκρασία για να πέσουμε για ύπνο είναι μεταξύ 15, 5 και 20 βαθμούς Κελσίου. Αυτή η θερμοκρασία δωματίου βοηθά το σώμα να διατηρήσει μία θερμοκρασία ελαφρώς χαμηλότερη από 37 βαθμούς Κελσίου και είναι ιδανική για έναν ήρεμο ύπνο.

Με τις πιο υψηλές θερμοκρασίες είναι δύσκολο μέχρι και να κοιμηθούμε. Ιδρώνουμε, ανεβάζουμε θερμοκρασία και η ιδανική θερμοκρασία του σώματος, που είναι για ύπνο, πάει περίπατο.

Αν ζεσταίνεσαι το βράδυ τότε μην κολλάς πάνω στον/στην σύντροφό σου, άλλαξε στρώμα και προτίμησε ένα με υλικά όπως αφρό πολυουρεθάνη και μικροσφαιρίδια, βάλε βαμβακερά σεντόνια και μαξιλάρια γιατί “αναπνέουν”.

Και τώρα είμαστε έτοιμοι να την πέσουμε.