Πρόσφατα είπα σε μία συζήτηση που είχα με έναν φίλο πως ένα από τα ομορφότερα πράγματα που μου συνέβησαν με το Lady Papaya είναι πως δεν θα χρειαστεί ποτέ να ξαναγράψω για κάτι που συμβαίνει τώρα. Να πω κι εγώ την άποψη μου, ανάμεσα στις δεκάδες /εκαντοντάδες άλλες απόψεις. Επίσης, είχα αποφασίσει πως δεν θα ασχοληθώ με την Τσικνοπέμπτη και με τις διατροφικές επιλογές που κάνει ο καθένας μας τη συγκεκριμένη ημέρα. Είμαστε μεγάλοι άνθρωποι, οι έρευνες σχετικά με το τι κάνει το κρέας στην υγεία μας είναι εκεί έξω. Εκεί έξω είναι και οι ειδικοί που μπορούν να μας πουν τους συνδυασμούς για να λαμβάνουμε την πολυπόθητη πρωτεϊνή, αν αποφασίσουμε να κόψουμε το κρέας. Εκεί έξω είναι και τα διάφορα ντοκιμαντέρ, που δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο έρχεται το κοψίδι και η ζουμερή μπριζολίτσα στο πιάτο μας. Όποιος έχει τη διάθεση να διαβάσει, να ρωτήσει και να δει μπορεί. Όποιος πάλι δεν την έχει και αυτόν τον καταλαβαίνω. Η τροφή είναι ο τρόπος για να επιβιώσουμε και το τι θα διαλέξουμε να φάμε είναι ένα προσωπικό ζήτημα, που δεν θέλουμε να μας το θίγουν.

Δεν υπήρξα πάντα χορτοφάγος. Μεγάλωσα με γιαγιά, η οποία επειδή έπασχε και από κατοχικό σύνδρομο πίστευε πως αν το παιδί δεν φάει κρέας δεν χορταίνει. Ο αγαπημένος μου θείος είναι κρεοπώλης. Και ο πιο αγαπημένος μου άνθρωπος πάνω σε αυτό τον πλανήτη, ο μπαμπάς μου, χαίρεται όταν βρίσκεται μπροστά σε μία πιατέλα με παϊδάκια. Τώρα γιατί το λέω αυτό; Γιατί θέλω να σου πω ότι πραγματικά δεν με νοιάζει αν σήμερα το βράδυ πας να φας στη Χασιά ή κάτσεις σπίτι σου και φτιάξεις χορτοφαγικά σουβλάκια με ρεθύθια ή μανιτάρια ή χορτοφάγοι και κρεατοφάγοι κάτσετε γύρω από ένα τραπέζι και φάτε ο καθένας τα δικά του. Καλή όρεξη να έχεις, όπως και να ‘χει. Δεν θα γίνω μουτζαχεντίν της μπουκιάς σου.

Όμως η είδηση πως η Μυτιλήνη είναι διχασμένη για το αν θα στηθούν, την Τσικνοπέμπτη, ψησταριές μέσα στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από συλλόγους γονέων και κηδεμόνων και στη Μαγνησία αναμένεται να το τσικνίσουν (και μάλλον το έχουν κάνει ήδη) με τον ίδιο τρόπο 30 έως 40 σχολεία (αν και σύμφωνα με κάποιους εκπαιδευτικούς κύκλους, ο σχετικός αριθμός μπορεί να είναι υψηλότερος) και μεγάλες σχολικές μονάδες με 300 και 400 μαθητές πιθανό να παραγγείλουν χιλιάδες τεμάχια σουβλάκια και λουκάνικα, έκανε δύο τρεις τούφες μαλλιών να πέσουν από το κεφάλι μου. Και για να προλάβω τον αντίλογο, το ίδιο μικρό εγκεφαλικό κάψιμο θα είχα αν διάβαζα πως θα στηνόντουσαν ψησταριές στα σχολικά προαύλια για να ψήσουν μελιτζάνες και κολοκυθάκια.

Με τη δικαιολογία των εθίμοτυπικών παραδόσεων (το υπουργείο Παιδείας δεν έχει θεσμοθετήσει τέτοιου είδους εκδηλώσεις) τα σχολεία μεταμορφώνονται σε χασαποταβέρνες και οι μαθητές σε ψήστες προκειμένου να χαλαρώσουν από το καθημερινό ασφυκτικό πρόγραμμα των μαθημάτων (το ποιο;). Εκπαιδευτικοί και σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων προάγουν την ελληνική παράδοση της τεμπελιάς, διότι οι εκδήλώσεις γίνονται τις τελευταίες δύο με τρεις ώρες του σχολικού ωραρίου, συνειδητά ασχολούνται με ανάξια πράγματα ή αυτό που λέει και η σοφή παροιμία «αφήνουν το γάμο και πάνε για πουρνάρια». Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί στα πανηγύρια είμαστε πρώτοι και στα ουσιώδη τελευταίοι.

Καλή μας τσίκνα.