Την άνοιξη του 2018 θα κλείσω 7 χρόνια ως χομπίστας δρομέας. Χομπίστας υπό την έννοια ότι δεν έχω τρέξει ποτέ σε κάποια επίσημη διοργάνωση, ούτε έχω τρέξει ποτέ περισσότερα από 10χλμ., ούτε έχω την παραμικρή πρεμούρα να κάνω συγκεκριμένους χρόνους, ενώ μέσα σε αυτή την επταετία υπήρξαν διαστήματα (λίγα και μικρής διάρκειας, αλλά υπήρξαν) κατά τα οποία δεν έτρεχα καθόλου.

Ξεκίνησα το 2011 απλώς και μόνο επειδή μία γνωστή εταιρία αθλητικών ειδών μου έκανε δώρο ένα ζευγάρι ειδικά παπούτσια για τρέξιμο και σκέφτηκα ότι θα ήταν κρίμα να πάνε χαμένα την επόμενη της προωθητικής ενέργειας (τα τρία πρώτα μου χιλιόμετρα ως δρομέας στο κέντρο της Αθήνας). Ήταν τότε που άρχισε να μεταδίδεται για τα καλά και στην Ελλάδα η φρενίτιδα με το τρέξιμο -για να φτάσουμε μερικά χρόνια αργότερα να κλείνει από runners το κέντρο της Αθήνας κάθε δεύτερη Κυριακή για ψύλλου πήδημα, αλλά ας μην το ανοίξουμε τώρα αυτό το θέμα- και αποφάσισα να υιοθετήσω αυτή τη νέα τάση, κυρίως ως ψυχολογικό αντίβαρο στις ανθυγιεινές μου συνήθειες, με περισσότερο επιβλαβή το κάπνισμα.

Συνέχισα να τρέχω όχι για να αδυνατίσω (ευτυχώς δεν χρειάζεται), ούτε για να βελτιώσω τη φυσική μου κατάσταση (ολίγον τι παραδόξως, δεν έπασχα ποτέ σε αυτό τον τομέα), αλλά γιατί γρήγορα εθίστηκα και ήθελα τη δόση μου. Έγινα κι εγώ ένας κυνηγός (έστω, χομπίστας κυνηγός) αυτού που είναι ευρέως διαδεδομένο πια ως “runner’s high”, της ευφορίας που σε κυριεύει τη στιγμή που σταματάς το τρέξιμο -ένα κατακλυσμιαίο και πηγαίο συναίσθημα που οι περισσότεροι το αποδίδουν σε μία υπερ-έκκριση ενδορφινών στο σώμα.

Εφόσον για χρόνια δεν αύξησα τις αποστάσεις που διένυα, ούτε ακολούθησα κανένα από τα δεκάδες προγράμματα που σου λένε να κάνεις 368 μέτρα σπριντ, μετά 293 στη μισή ταχύτητα, μετά 111 γρήγορο βάδην, μετά 600 πάλι σπριντ κ.ο.κ., αλλά αντιθέτως απλά ξεκινούσα, έπιανα αμέσως την ταχύτητα που άντεχα (ποτέ κάτω από 5 λεπτά το χιλιόμετρο, δεν με κυνηγάει κανείς) και με αυτή συνέχιζα μέχρι να διανύσω ποτέ λιγότερα από 5 και ποτέ περισσότερα από 10χλμ, γρήγορα ο οργανισμός μου συνήθισε το πολύ συγκεκριμένο runner’s high που του έδινα. Ήταν μία κρίσιμη στιγμή γιατί η ωραία μου συνήθειά κινδύνευε να πάψει να είναι συναρπαστική. Αν δεν ήθελα να τη σταματήσω, έπρεπε να τη συνεχίσω με νέους όρους, για κάποιον άλλο λόγο.

Εδώ και τρία χρόνια εξακολουθώ να μην τρέχω για να αδυνατίσω, ούτε για να βελτιώσω τη φυσική μου κατάσταση, ούτε πια για να κυνηγάω το runner’s high. Τρέχω μόνο για να καθαρίσω το μυαλό μου από το «θόρυβο» και να ακούσω τις σκέψεις μου – κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο όταν προσπαθείς να γράψεις ένα βιβλίο, όπως μπορεί να φανταστεί κανείς.

Από τις -με πρόχειρους υπολογισμούς- κάπου ανάμεσα σε 400 και 500 φορές που έχω πάει για τρέξιμο από εκείνο το προ τριετίας σημείο καμπής μέχρι και σήμερα, ζήτημα είναι αν ξεπερνάνε τις 10 εκείνες που δεν χαρακτηρίστηκαν από μία δημιουργική αναλαμπή.

Τις καλές μέρες -ή μάλλον νύχτες μιας και προτιμώ να τρέχω τα βράδια γιατί συν τοις άλλοις αποσυμπιέζομαι και κοιμάμαι πιο εύκολα- σταματάω κιόλας την πορεία μου για λίγα δευτερόλεπτα και ηχογραφώ αγκομαχώντας στο κινητό μου. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των ιδεών έχει βρει το δρόμο της στη δουλειά μου.

Δεν θα υπερβάλλω λέγοντας πως «οτιδήποτε ξέρω για το γράψιμο, το έμαθα τρέχοντας», όπως σημειώνει γλαφυρά ο δεινός δρομέας Χαρούκι Μουρακάμι στο συναρπαστικό βιβλίο του «Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για τρέξιμο», αλλά εδώ και μερικά χρόνια καταλαβαίνω ακριβώς τι θέλω να πει. Με τον οποίο Μουρακάμι, μιας και τον έφερε η κουβέντα, έχουμε άλλη μία κοινή πετριά: τη συλλογή δίσκων. Δεν ξέρω αν ο Ιάπωνας συνάδελφος έχει το χρόνο να ακούει όσους αγοράζει όπως πρέπει, με πικάπ του και με τα όλα του, αλλά εμένα που ξυπνάω στις 6 το πρωί για να κάνω εκπομπή στον Best 92.6  με τη Lady Papaya κι επιστρέφω στο σπίτι μου το βράδυ μετά από πολλές ώρες στα γραφεία της Popaganda, τη μισή ή μία ώρα που θα βγω για τρέξιμο για να ακούσω τις σκέψεις μου, όπως λέω και πιο πάνω, την περιμένω πώς και πώς για να ακούσω και κανένα δίσκο, κατά προτίμηση ένα δίσκο που δεν έχω ξανακούσει, συνήθως καινούριο και σπανιότερα παλιό, αυτό δεν έχει και τόση σημασία.

Σίγουρα πάντως έχει σημασία ότι έχετε διαβάσει τόσες παραγράφους και μέχρι στιγμής δεν έχετε καταλάβει που κολλάει ο τίτλος.

Στη Lady Papaya κολλάει που μου ζήτησε, με αφορμή τη συμπλήρωση δύο ετών από τότε που επέστρεψε στο διάστημα ο άνθρωπος που κάποτε έπεσε στη γη, να προτείνω 10 τραγούδια του ιδανικά για τρέξιμο, και τώρα, εκτός από την ακατάσχετη πολυλογία μου για τα προτερήματα αυτού του χόμπι, θα πρέπει να ανεχτεί και το ότι δεν θα προτείνω 10 τραγούδια αλλά 3 ολόκληρους δίσκους (ξαναλέω: δεν είμαι του shuffle όταν τρέχω, ακούω κάτι από την αρχή μέχρι το τέλος), τους δίσκους που απαρτίζουν την οριακή για τον ίδιο τον Bowie αλλά και για ολόκληρη την ποπ κουλτούρα «τριλογία του Βερολίνου», τους δίσκους που ηχογράφησε ενώ «ξαναγεννιόταν», παρέα με τον Brian Eno, στην πάλαι ποτέ διχοτομημένη Ευρωπαϊκή Μέκκα της Παρακμής, τους δίσκους που περιέχονται και στο φρέσκο, υπέροχο box-set A New Career in a New Town το τρίτο που κυκλοφορεί μετά το θάνατο του Bowie στις 10 Ιανουαρίου 2016, και καλύτερο. Στοιχηματίζω ότι θα συμφωνεί και ο Μουρακάμι.

Καλό δρόμο.

Και προσοχή στις κολώνες.

 

 

Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Ο Θεοδόσης Μίχος από το 2004 δεν έχει σταματήσει να εργάζεται ως δημοσιογράφος. Είναι ιδρυτικό μέλος και αρχισυντάκτης της Popaganda. Kαθημερινά (8:00-10:00) είναι στο μικρόφωνο και την επιλογή της μουσικής του ραδιοφωνικού σταθμού Best 92.6 (μαζί μου-χεχε). Α ναι. Έχει γράψει και ένα βιβλίο με τίτλο «Κράτα το Σόου» (Εκδόσεις Key Books).
twitter.com/TheodosisMichos
facebook.com/KrataToShow.TheodosisMichos